Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ.......

Το χθες έμεινε σκονισμένο κι ασάλευτο στο τυπωμένο χαρτί. Το γκρίζο φάκελο , πληγωμένο από τον καιρό , φύλαγε χρόνια μέσα του την στιγμή, εκείνη την στιγμή που ο φωτογραφικός φακός κατάφερε να κλέψει από την αγκαλιά της λήθης. Η φωτογραφία στην αρχή μου φάνηκε κιτρινισμένη και θαμπή μα σύντομα άρχισε να καθαρίζει όπως και οι μνήμες εκείνης της βραδιάς. Παρατήρησα προσεκτικά το πρόσωπό του, είχαν περάσει πολλά χρόνια και άρχισα να ξεχνώ τα χαρακτηριστικά του. Το μόνο που έντονα θυμόμουν ακόμη ήταν η ματιά του, που σκοτεινή και μυστήρια έκλεινε όλο τον κόσμο μέσα της. Αυτή η ματιά που γεμάτη αντιφάσεις πόζαρε στην φωτογραφία που κρατούσα στα χέρια μου.
Βρεθήκαμε τυχαία, τότε που όλα φάνταζαν μικρά και η ζωή μεγάλη,τότε που όλα γινόταν δυνατά και το "δεν μπορώ" αδύνατο. Στα χέρια του κρατούσε μια υπόσχεση και την ψηλάφιζε υπομονετικά, το βήμα του αργό και σταθερό τον οδηγούσε σε άγνωστα μέρη για μένα που πολύ όμως ήθελα να γνωρίσω. Αυτός είχε ήδη ξεκινήσει για το ταξίδι, κι εγώ προσπαθούσα να βρω ακόμη τον τρόπο. Με κοίταξε βαθιά στην ψυχή και μου μίλησε με την σιωπή του. Ξεκινήσαμε για το βουνό, αυτός μπροστά κι εγώ λίγο πιο πίσω, μαγεμένος από την διαδρομή. Πορευόμασταν μαζί για την κορυφή που η υπόσχεση μας έδειξε. Ο δρόμος ανηφορικός, γεμάτος εμπόδια, βράχια και πεσμένα ξερά δέντρα. Ο συνταξιδιώτης μου δύσκολος, λιγομίλητος, αυστηρός μα πάντα παρών μέσα από την απουσία του. Μέσα από την σιωπή του άρχισε αυτό το μεγάλο ταξίδι της γνώσης που σημάδεψε την ζωή μου. Προχωρούσαμε μαζί ,ο καθένας στην μοναξιά του, μέσα στην σιωπή της πολύβουης σχέσης μας. Ζήσαμε σπουδαίες στιγμές, στιγμές που γίνανε αιώνες, ψάχναμε για το χρυσάφι του κόσμου, για τον πλούτο της ψυχής,για την ουσία του "υπάρχω". Χείμαρροι μας έβρεχαν, καταιγίδες μας απειλούσαν, λιακάδες μας ζεσταίνανε κι εμείς ακούραστοι συνεχίζαμε τον δρόμο για την κορυφή. Οι δυο μας γίναμε ένα ,συννεφιές και λιακάδες, σιωπές και ερωτηματικά, νίκες και ήττες, όλα μαζί ψηφίδες ενός έργου που προσπαθούσαμε να ολοκληρώσουμε.
Μα ξαφνικά όλα άρχισαν ν' αλλάζουν. Ο ένας δρόμος έγινε δύο, η μια υπόσχεση έσπασε σε χίλια κομμάτια και η κορυφή του βουνού χάθηκε στα σύννεφα. Όλα είχαν τελειώσει χωρίς να το καταλάβουμε , σιωπηλά και απρόσμενα όπως είχαν αρχίσει. Σιωπή.....
Αυτή όμως η σιωπή πονούσε, μάτωνε την υπόσχεση που ψυχορραγούσε στα χέρια μου. Καμία υπόσχεση δεν ζει με έναν, χρειάζεται δύο για να ζήσει. Απαρηγόρητος, πονεμένος, μόνος, δεν μπορούσα να φανταστώ τη ζωή χωρίς δρόμο, χωρίς κορυφή, χωρίς αυτόν. Πάλεψα χρόνια για να βγω απ' το σκοτάδι της απουσίας του. Μέσα από την νεκρή υπόσχεση ξαφνικά γεννήθηκε η απόφαση. Σηκώθηκα όρθιος και την φόρεσα κατάσαρκα. Έκανα λέξεις τους παλμούς της καρδιάς μου, ο πόνος γλύκανε και η ματιά μπόρεσε να ταξιδέψει πιο πέρα από το τώρα. Εκεί κοντά στεκόταν ακόμη η κορυφή, μπροστά στα πόδια μου υπήρχε ακόμη ο δρόμος. Η ζωή συνέχιζε ασθμαίνοντας να κυνηγά τον χρόνο και να με καλεί να παίξω τυφλόμυγα μαζί του.
Κοίταξα πάλι την φωτογραφία, η μαύρη του ματιά χαμογελούσε ακόμη μα δεν με πλήγωνε πια. Τον αγαπώ ακόμη με μια αγάπη άλλη, απαλή, γλυκιά, απαλλαγμένη από υποσχέσεις και ντυμένη με την απόφαση της ζωής. Η σιωπή και η απουσία έχουν αλλάξει πλέον φορεσιά, αλλά ακόμη μου θυμίζουν τη ζωή που ζήσαμε μαζί, τα μονοπάτια που περπατήσαμε, τις σιωπές που μοιραστήκαμε. Ο χρόνος όλα τα τακτοποιεί στην σωστή θέση με την σωστή διάσταση.
Κοίταξα το χαμογελαστό πρόσωπο της φωτογραφίας και χαμογέλασα κι εγώ. Ανάμεσα στα δύο χαμόγελα έζησαν τα χρόνια της μοναξιάς και έγιναν ανάλαφρες νυφάδες χιονιού που με την αγνή λευκότητά τους στόλισαν την απόσταση. Μια απόσταση που όσο κι αν προσπαθεί ο χρόνος να την κάνει χάος δεν θα το καταφέρει ποτέ. Κάποιες ψυχές είναι γεννημένες για να είναι πάντα μαζί έστω κι αν είναι χώρια, είναι φτιαγμένες για να ακούνε η μία την άλλη έστω κι αν είναι δεμένες με την σιωπή.
Έκλεισα την φωτογραφία στον γκρίζο φάκελο και την φύλαξα πάλι στα βάθη της ψυχής μου.

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

ΤΩΡΑ ΠΙΑ.....

Κούρσεψε ο χρόνος τη ζωή κι άφησε πόρτες ορθάνοιχτες να χάσκουν στο κενό. Πήρε μαζί του συναισθήματα κι εικόνες της νιότης και τις έθαψε βαθιά μέσα στα κύματα που πάνε κι έρχονται στις όχθες των καιρών. Χάθηκαν τα χρώματα των λέξεων και οι σκέψεις έμειναν στεγνές κάτω από τον ήλιο να τις σιγοκαίει. Τα χρόνια ανέτειλαν κι έδυσαν σαν ηλιαχτίδες αφήνοντας πίσω τους σημάδια στην καρδιά μου και πόθους ανεκπλήρωτους. Στέκομαι εδώ χωρίς πλέον να ξέρω τι πρέπει να κάνω για να ζωντανέψω τις ηλιαχτίδες του τότε και να τις κάνω φώς. Βούλιαξα στου χρόνου τις ανάγκες κι άφησα τη δύναμη του νου να με προσπεράσει.Αέναο, πολύχρωμο σκοτάδυ μας τύλιξε χωρίς να το καταλάβουμε. Που πήγε η γνώση? Που έφυγαν τα όνειρα? Που λάθεψε η σκέψη?
Η θάλασσα σαλεύει ακόμη κι αγκομαχά στο σημείο που συναντάει την στεριά και οι παπαρούνες , σαν ανοιχτές πληγές στην πέτρα, λυκνίζονται ακόμα ρυθμικά με τον αέρα. Κι εγώ κρατώ ακόμη μέσα μου άσβεστη την φλόγα μιας εποχής, μοναδικό όπλο ζωής, όπως το κοχύλια καρατούν αιώνια μέσα τους τον χο της θάλασσας.
Τα χρόνια καιρό κλειδωμένα μέσα μου, όρμησαν ξάφνου προς τα έξω απαιτώντας τις απαντήσεις που τους χρωστάω, ζητώντας τη ζωή που τους στέρησα. Τώρα πια είναι η ώρα της παραδοχής, της αποκάλυψης, τώρα είναι η ώρα της αλήθειας. Τώρα που η μάχη με τον χρόνο έληξε, γύρισα πίσω και είδα τα νιάτα να μου χαμογελούν και να προκαλούν τις πρώτες μου ρυτίδες σε διάλογο....Σήμερα μπορώ να μου πω όλες τις αλήθειες και να φωτίσω όλα μου τα λάθη που τόσα χρόνια έκρυβα για να μην πληγώσω το γόητρο της νιότης.